Χριστίνα Λάσκαρη | “Θέλω να χωρίσω αλλά δεν μπορώ..”
15615
single,single-post,postid-15615,single-format-standard,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-theme-ver-7.8,wpb-js-composer js-comp-ver-4.8.1,vc_responsive

“Θέλω να χωρίσω αλλά δεν μπορώ..”

24265905_445e44fb7cd775cfd97c1a7ba337e926.limghandler

“Θέλω να χωρίσω αλλά δεν μπορώ..”

Ο χωρισμός είναι πάντα μια δύσκολη απόφαση, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, για διάφορους λόγους, τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα έχουμε σκεφτεί, φανταστεί, σχεδιάσει και συχνά καταλήγουμε στο να πάρουμε την απόφαση να τερματίσουμε το γάμο μας. Ας δούμε, λοιπόν για ποιους λόγους δεν παίρνουν τα ζευγάρια διαζύγιο

1. «Έχω ενοχές και φοβάμαι ότι θα τον πληγώσω»
Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι εκείνοι που δεν κάνουν το τελικό βήμα να χωρίσουν, ενώ το θέλουν, επειδή φοβούνται ότι θα πληγώσουν, θα προδώσουν, ή θα καταστρέψουν τη ζωή του συντρόφου τους κι έτσι κατ’ επέκταση νιώθουν τύψεις και δυσκολεύονται να χωρίσουν.
Τι μας συμβαίνει: Κάνουμε κάποια βασικά λάθη στη σκέψη μας, που τείνουν να επαναλαμβάνονται σε όλες τις περιπτώσεις όπου νιώθουμε ενοχές. Σκεφτόμαστε δηλαδή «Δεν πρέπει να είμαι τόσο εγωίστρια και κακιά» ή «Αν χωρίσω, είμαι κακιά». Ίσως νιώθουμε «υποχρεωμένες» να ευχαριστήσουμε τον άλλον μένοντας μαζί του ακόμα κι αν δεν θέλουμε, επειδή έχουμε μάθει ότι πρέπει να ικανοποιούμε τις επιθυμίες του ανεξάρτητα από τις δικές μας. Αν μάλιστα θέλουμε να χωρίσουμε επειδή ο σύντροφός μας φέρεται άσχημα (π.χ. μας κακομεταχειρίζεται ή μας απατά) και δεν το κάνουμε, ίσως νιώθουμε πως μας αξίζει η συμπεριφορά αυτή. Έτσι, νιώθοντας ανασφάλεια και έχοντας χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολευόμαστε να κάνουμε αυτό που θα έπρεπε ή που θέλουμε να κάνουμε.
Τι να κάνουμε: Αν θέλουμε να χωρίσουμε αλλά δεν το κάνουμε βάζουμε πάνω από τη δική μας επιθυμία την επιθυμία που έχει (ή που νομίζουμε) πως έχει ο άλλος. Συχνά συμβαίνει, όπως τονίζουν οι ειδικοί, σε ανθρώπους να συνειδητοποιούν ξαφνικά πως προσπάθησαν να προστατέψουν τον/ τη σύντροφό τους από ένα χωρισμό που και ο ίδιος λίγο ως πολύ ήθελε. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, πάντως, θα πρέπει να κάνουμε στο μυαλό μας έναν σαφή διαχωρισμό του «θέλω» και του «πρέπει» ή «δεν πρέπει». Αν δηλαδή κάποιος μας διαβεβαίωνε πως ο σύντροφός μας μετά το χωρισμό δεν θα πληγωνόταν, θα συνέχιζε τη ζωή του, θα έβρισκε το δρόμο του και γενικά θα τα κατάφερνε και χωρίς εμάς θα ήταν σκόπιμο να απαντήσουμε τι θα κάναμε: Θα χωρίζαμε ή όχι; Αν η απάντηση είναι πως «ναι θα χωρίζαμε», τότε μάλλον πρόκειται για κάτι που πραγματικά θέλουμε αλλά διστάζουμε να κάνουμε για λανθασμένους λόγους. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε ίσως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε τα όσα λέμε και να εξετάσουμε την πιθανότητα να μη θέλουμε πραγματικά να χωρίσουμε, ακόμα κι αν έτσι λέμε.

2. «Υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες»
Είναι πολύ συχνό να υπάρχουν παντρεμένα ζευγάρια που θέλουν να χωρίσουν αλλά δεν προχωράνε σε αυτό το βήμα, επειδή θεωρούν πως οι «αντικειμενικές» δυσκολίες (η ύπαρξη παιδιών, η έλλειψη χρημάτων, το σπίτι που έχει αγοραστεί από κοινού) είναι ανασταλτικοί παράγοντες στην πραγματοποίηση της απόφασής τους.
Τι μας συμβαίνει: Συχνά, όταν βρισκόμαστε σε μια δύσκολη κατάσταση για την οποία καλούμαστε να βρούμε λύση, θεωρούμε πως έχουμε μόνο μία επιλογή. Για παράδειγμα, μια γυναίκα που θέλει να χωρίσει από τον άντρα της, με τον οποίον έχουν μικρά παιδιά ή μία επιχείρηση από κοινού, θεωρεί πως η μόνη επιλογή που έχει είναι να παραμείνει στο γάμο, αφού είναι σίγουρη πως δεν θα βρεθεί καμιά λύση ώστε να διευθετηθούν τα πρακτικά ζητήματα.
Τι να κάνουμε: Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι ποτέ δεν υπάρχει μόνο μια επιλογή. Απλώς υπάρχει πάντα μία επιλογή που μας φαίνεται πιο βολική, πιο ανώδυνη ή πιο εύκολη. Κάτι που θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν να σημειώναμε σ’ ένα χαρτί όλες τις πιθανές λύσεις στο εν λόγω πρόβλημα, ακόμα κι αν αυτές οι λύσεις μας φαίνονται εκ πρώτης όψης παράλογες ή ανεδαφικές. Αυτό που θα παρατηρήσουμε είναι πως ανάμεσα σε αυτές τις λύσεις που θα σημειώσουμε θα υπάρχουν σίγουρα κάποιες που θα απορρίψουμε αμέσως γιατί πράγματι είναι κακές, αλλά θα βρούμε και κάποιες που μπορεί και να είναι πραγματοποιήσιμες. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικότερο είναι να συνειδητοποιήσουμε πως υπάρχουν επιλογές και πως η λύση στο πρόβλημά μας δεν είναι μονόδρομος.

3. «Θα πληγωθούν τα παιδιά»
Τι μας συμβαίνει: Όταν έχουμε αποφασίσει να χωρίσουμε αλλά διστάζουμε λόγω των παιδιών μας, τότε θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στο μέλλον τα πράγματα μπορεί να μην είναι καθόλου εύκολα. Δεν είναι απίθανο να καβγαδίζουμε μπροστά στα παιδιά, να έχουμε αυστηρά τυπικές σχέσεις, να τα θεωρούμε αργότερα «υπεύθυνα» επειδή για χάρη τους «καταστρέψαμε» τη ζωή μας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γνωρίζουμε πως τα παιδιά μπορεί να είναι μικρά, αλλά αντιλαμβάνονται και βιώνουν την ένταση, την ψυχρότητα, το θυμό όταν αυτά υπάρχουν στο σπίτι στο οποίο ζουν.
Τι να κάνουμε: Σίγουρα τα παιδιά στεναχωριούνται όταν οι γονείς τους χωρίζουν και βιώνουν άσχημα το διαζύγιο, αλλά ίσως αυτό είναι προτιμότερο από το να ζουν με δυο γονείς που είναι ψυχροί, επιθετικοί, αδιάφοροι ο ένας προς τον άλλον. Αν καταφέρουμε να τους μιλήσουμε και να τους εξηγήσουμε αλλά και να έχουμε καλές σχέσεις μεταξύ μας και με τα παιδιά μας, να κάνουμε πράγματα όλοι μαζί, χωρίς οι γονείς να είμαστε υποχρεωτικά ζευγάρι, και να βρούμε γενικά την πιο πολιτισμένη λύση, τότε τα παιδιά μας θα κερδίσουν παρά θα χάσουν, όπως θα συνέβαινε αν μέναμε σ’ ένα γάμο που δεν πήγαινε καλά. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε στο μυαλό μας είναι πως τα παιδιά αξίζουν να μαθαίνουν την αλήθεια γιατί ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να τα κοροϊδέψουμε θα την καταλάβουν αργότερα. Στην αντίθετη περίπτωση, μπορεί να αποκτήσουν τραύματα, να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις, πολύ χειρότερες από την αλήθεια, να νιώθουν πως εγκαταλείφθηκαν, πως φταίει ο ένας από τους δυο γονείς που είναι και ο «κακός» κ.λπ. Συχνά η επίσκεψη σ’ ένα σύμβουλο γάμου βοηθά σε αυτές στις περιπτώσεις, αν δηλαδή θέλουμε να δώσουμε άλλη μια ευκαιρία στη σχέση μας ή (αν δεν τα καταφέρουμε) για να βρούμε έναν «πολιτισμένο» και όσο το δυνατό λιγότερο επώδυνο για τα παιδιά τρόπο να χωρίσουμε.

4. «Δεν θα βρω άλλον»
Τι μας συμβαίνει: Όταν έχουμε χαμηλή αυτοεκτίμηση και νιώθουμε ανασφάλεια και σκεφτόμαστε ότι «κανείς δεν θα με αγαπήσει αν γνωρίσει τον πραγματικό μου εαυτό» ή «ποτέ δεν θα μπορέσω να αγαπηθώ πραγματικά», είναι πιθανό να νιώθουμε και να θεωρούμε κατ’ επέκταση πως αν χωρίσουμε δεν θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε ένα σύντροφο. Σε αυτή την περίπτωση σκεφτόμαστε λανθασμένα αφού προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον και παράλληλα βγάζουμε αυθαίρετα συμπεράσματα.
Τι να κάνουμε: Θα πρέπει να σκεφτούμε λογικά και να συνειδητοποιήσουμε πως ο άνθρωπος με τον οποίον έχουμε σχέση αυτή τη στιγμή μας γνώρισε και μας αγάπησε όχι επειδή εξαναγκάστηκε αλλά επειδή του αρέσαμε. Αντίστοιχα, αν σκεφτούμε θα δούμε πως σίγουρα το ίδιο θα συνέβη και με άλλους ανθρώπους που έδειξαν ενδιαφέρον για μας στο παρελθόν. Και σίγουρα θα υπάρχουν πολλοί άλλοι άνθρωποι που μας αγαπάνε, όπως οι φίλοι μας, η οικογένειά μας κ.λπ. Επίσης, είναι σκόπιμο να σκεφτούμε γιατί θεωρούμε πως δεν θα μας αγαπήσει ποτέ κανείς, ποιο είναι αυτό το τόσο μεγάλο μας ελάττωμα που κρατάμε κρυμμένο; Μήπως τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά αλλά απλώς έτσι τα βλέπουμε εμείς; Άλλωστε, το ότι δεν θα βρούμε κάποιον άλλον, είναι κάτι απολύτως υποκειμενικό για το οποίο δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου σίγουρες.

5. «Δεν θα τα καταφέρω μόνη μου»
Τι μας συμβαίνει: Όταν έχουμε την τάση να εξαρτόμαστε, ή να προσκολλόμαστε στους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε στενές σχέσεις, διαμορφώνουμε τη γνώμη μας με βάση εκείνη των άλλων και δυσκολευόμαστε πάρα πολύ να αποχωριστούμε τους ανθρώπους από τους οποίους έχουμε τελικά εξαρτηθεί. Είναι πολύ πιθανό να νιώσουμε κάποια στιγμή πως «πνιγόμαστε» από αυτό που έχουμε δημιουργήσει σε μια σχέση που δεν μας ταιριάζει ή δεν είναι ισότιμη (αφού ακολουθούμε τις επιθυμίες του συντρόφου μας συχνά χωρίς καν αυτός να μας τις επιβάλλει) και από την οποία πρέπει να βγούμε αλλά δεν μπορούμε.
Τι να κάνουμε: Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από την παγίδα της εξάρτησης. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να προσπαθήσουμε. Η προσπάθεια αυτή μοιάζει σαν ένα ταξίδι από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Είναι η αντικατάσταση του φόβου και της αποφυγής με το αίσθημα της αποτελεσματικότητας, το αίσθημα ότι μπορούμε να λειτουργήσουμε ανεξάρτητα στον κόσμο. Είναι η προσπάθεια να εγκαταλείψουμε τον εξουθενωτικό αγώνα να «αναγκάζουμε» τους άλλους να μας φροντίζουν. Πρέπει να μάθουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να εμπιστευόμαστε την ικανότητά μας να ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και της ζωής.